Συνολικές προβολές σελίδας

Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2016

Το βιβλίο αυτό το έγραψε ο Βασίλειος Μάττας του Κωνσταντίνου και περιέχει το γενεαλογικό δέντρο της οικογένειάς του αλλά και πολλά ιστορικά και λαογραφικά στοιχεία των Σαρακατσαναίων.

Στο βιβλίο αυτό, γράφω την Ιστορία της οικογένειας Κωνσταντίνου Αθανασίου Μάττα. Με επιθυμία του υιού μου Χρήστου, εμού και των υπολοίπων υιών μου. Αρχισα να γράφω στις αρχές του 1996 και όποια χρονολογία τελειώσω, θα βάλω και την υπογραφή μου.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Ο πρόλογος αυτός είναι της οικογενείας Μάττα και της Ιστορίας των Σαρακατσαναίων. Από πού ξεκίνησαν, σύμφωνα με τις αφηγήσεις των παππούδων μου Αθανασίου Μάττα και Αναστασίου Κυριάκου.
ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΚΟΝ ΔΕΝΔΡΟΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΜΑΤΤΑ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ


Από τα λεγόμενα του πατέρα μου, ξεκίνησε από την οικογένεια Στεργιούλα. Ο Στεργιούλας είχε πολλά παιδιά, ένα από αυτά ήταν και ο προππάπος μου, που τον λέγανε Νίκο. Ο προππάπος μου ήταν γενναίο παλικάρι, στην τουρκική κατοχή που ζούσαν δεν άντεξε τον τουρκικό ζυγό και σε μάχη με τους*ϊ&)6ν£&£/*4 /^τραυματίστηκε στο πόδι και κούτσινε, γι' αυτό τον ονόμασαν Κουτσάτίκο. Ο Κουτσονίκος απέκτησε δέκα παιδιά, τρία αγόρια και επτά κορίτσια. Τα κορίτσια δε θυμάμαι πως τα λέγανε, παντρεύτηκαν σε διάφορα μέρη της Μακεδονίας. Ενα από αυτά παντρεύτηκε στη Σερβία. Η οικογένεια αυτής ήλθε τώρα στην Ελλάδα με τον όνομα Μπούρας ή Μπόρας.
Ας έλθουμε στα αγόρια : Ο μεγάλος λεγόταν Γιάννης, ο δεύτερος Γιώργος και ο τρίτος Θανάσης, που ήταν και ο παππούς μου.
Εκείνα τα χρόνια οι Σαρακατσάνοι είχαν το συνήθειο στο πρώτο παιδί -αν ήταν αγόρι- να χαρίζουν ένα θηλυκό αρνί για να κάνει μεγάλο κοπάδι, να τον προτιμούν οι τσελιγκάδες ως γαμπρό, με την ελπίδα να καλοπαντρέψουν και τα υπόλοιπα παιδιά τους.
Οσο μεγάλωνε λοιπόν ο Γιάννης, μεγάλωνε και το κοπάδι του, γιατί ο Γιάννης κρατούσε όλα τα θηλυκά αρνιά που γεννούσαν τα πρόβατα του. Όταν ήλθε σε ηλικία γάμου, τα μισά πρόβατα του κοπαδιού των τριών αδελφών ήταν του Γιάννη. Επόμενο ήταν να γίνει ένας μικρός τσέλιγκας και γι' αυτό τον προτίμησε για γαμπρό του ο Σουλτογιάννης, ο μεγαλύτερος τσέλιγκας της εποχής εκείνης. Αφού παντρεύτηκε, χώρισε από τα αδέλφια του και πήγε με τον πεθερό του στα βουνά και στα χειμαδιά. Ο Σουλτογιάννης πήγαινε το καλοκαίρι στα Σερβικά βουνά μαζί με τον γαμπρό του Γιάννη. Οι Σέρβοι το μεγάλο το λένε «γκολέλιο» (τη λέξη δηλαδή) και το μικρό το λένε «μάλο» και αφού κάνανε παρέα -πεθερός και γαμπρός- τους λέγανε Γκολέμη Γιάννο και Μάλο Γιάννο, γι' αυτό πήρε ο μικρός Γιάννος Κουτσονίκος το επίθετο Μαλογιάννης. Υπάρχει οικογένεια «Μαλογιαννέοι» οι οποίοι κατοικούνε άλλοι στη Βέροια και άλλοι στους Ταγαράδες. Ο δεύτερος αδελφός ο Γιώργος, έμεινε με το Θανάση τον παππούμου, τα δύο αδέλφια ελεύθερα.
Αφού βλέπανε ότι τα οικονομικά τους δεν πήγαιναν και τόσο καλά,
αποφάσισαν ότι θα έπρεπε να πάει σόγαμπρος ένας από τους δυο. Οκλήρος έπεσε στον Θανάση που ήταν και ο μικρότερος. Ότανπαντρεύτηκε ο Γιώργος, ο οποίος έμεινε με το επίθετο Κουτσονίκος -όπου είναι και οικογένεια Κουτσονίκου που κατοικούν άλλοι στη Βέροια και άλλοι στα Βασιλικά Θεσσαλονίκης, ο Θανάσης οπαππούς μου πήγε στην οικογένεια «Μάττα». Η οικογένεια αυτή ήταν του Δημήτρη —ο Δημήτρης είχε πεθάνει- η γιαγιά μου ήταν ορφανή με δύο αδελφές μικρότηρες που τις πάντρεψε ο παππούς μου. Τη μία την έδωσε στον Γιώργο Μπίκο και την άλλη σε έναν Μπόλα, που δεθυμάμαι το όνομα του.

Η οικογένεια Μπίκου είναι στην Νέα Χαλκηδόνα. Η οικογένεια Μπόλα στο Νομό Σερρών, κάπου κοντά στη Νιγρίτα.Η προγιαγιά μου ήταν σε καλή οικονομική κατάσταση, είχε πολλά πρόβατα κι έτσι ο παππούς μου έγινε ένας καλός τσέλιγκας. Η προγιαγιά μου αρκετά ευκατάστατη -άλλο τόσο πονηρή- έφερε στο φιλότιμο τον παππού μου να αλλάξει το επίθετο του.Ολοι ξέρουμε ότι εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχαν μητρώα και ήταν πιο εύκολα να αλλάξει κανείς όνομα, έτσι ο παππούς από Κουτσονίκος έγινε Μάττας. Κατά αυτόν τον τρόπο πήραμε εμείς το όνομα Ματταίοι.

Σημείωση : Οι πραγματικοί Ματταίοι, είναι αυτοί που κατοικούν κοντά στα Βασιλικά Θεσσαλονίκης. Ο μακαρίτης μπαρμπαμήτρος και επίσης ο μπαρμπακώστας. Ο μπαρμπαμήτρος είναι ο πατέρας του Κώτσου και παππούς του σημερινού γιατρού Ανδρέα Μάττα. Ο μπαρμπακωνσταντής άφησε πολλά παιδιά, άλλα εγώ δεν γνώρισα κανένα και γι' αυτό δεν γράφω κανέναν (χωριό Νέα Ρόδα).

Θα ρωτάτε από πού ήλθε το όνομα Μάττας. Αυτό το όνομα ήλθε από τη Θεσσαλία. Από τη Θεσσαλία ήλθαν δύο οικογένειες -ένας κουνιάδος με το γαμπρό του. Ο κουνιάδος λεγόταν Γιάννος και ο γαμπρός του Μάττας. Ο Γιάννος ήταν πολύ μεγαλόσωμος και για αυτό οι εδώ Μακεδόνες τον ονόμασαν Γιαννακούλα -δεν ξέρουμε πως λεγόταν εκεί κάτω- ενώ ο Μάττας έμεινε με όνομα και επίθετο το ίδιο. Ισως να είχαν κάνει και καμία ζαγαλειά και δεν φανέρωσαν επίθετα.Ο Γιαννακούλας έκανε έξι αγόρια και γέμισε η Μακεδονία, ενώ ο Μάττας δυο γιους, τον Μήτρο και τον Γιώργο. Ο Μητρός είχε τρία κορίτσια, όπου είναι η γιαγιά μου η Λαμπρινή. Ο Γιώργος έκανε ένα αγόρι και τρία κορίτσια, το αγόρι το λέγανε Γιάννο -ο πατέρας του Μήτρου- και των Κωσταντή από τα Βασιλικά, δηλαδή τον Κώτσιο, προππάπος του σημερινού γιατρού του Ανδρέα Μάττα.






ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
(Οικογένεια Κυριάκου)
Ας γράψουμε και λίγα για τη γενιά της μάνας μου. Η καταγωγή της μάνας μου είναι από την Καλήπολη της Τουρκίας, αλλά πότε ήλθαν στην Ελλάδα δε θυμόταν η μάνα μου -ήταν πολύ μικρή. Ο πατέρας της μάνας μου, λεγόταν Ανάστασης Κυριάκος. Η γιαγιά μου (βαβά) Σωτήρω ήταν από την οικογένεια Μπαμπαρή που ζούνε στην Ξάνθη.
Πως πήρε το όνομα Κυριάκος ο παππούς ξέρουμε : τα χρόνια της Τουρκοκρατίας δεν υπήρχαν Μητρώα στις Κοινότητες, άλλαζαν πολύ εύκολα τα επίθετα. Ο παππούς του παππού μου λεγόταν Κυριάκος στο όνομα και γι' αυτό έμεινε επίθετο. Ο Κυριάκος είχε πολλά παιδιά, ένα από τα παιδιά του ήταν και ο πατέρας του παππού μου Ανάσταση με το όνομα Βασίλης.
Ο Βασίλης Κυριάκος είχε γυναίκα από την οικογένεια Κούτρα που την λέγανε Αργυρώ. Την προγιαγιά μου την πρόλαβα εγώ εδώ στην Κοκκαλού. Μου έδωνε σταφίδες από το σιλάχι της και μου ευχόταν να ζήσω πολλά χρόνια. ΓΓ αυτό και γω παρακαλώ το Θεό να τη συγχωρέσει εκεί ψηλά που είναι.
Ο προππάπος μου Βασίλης Κυριάκος είχε οκτώ παιδιά, πέντε αγόρια και τρία κορίτσια. Τα αγόρια τα γράφω παρακάτω. Τα δε κορίτσια -ό,τι ξέρω- το ένα πήραν οι Τσογκαίοι από τη Μαυροθάλασσα, το δεύτερο οι Φλωραίοι επίσης από τη Μαυροθάλασσα και το τρίτο οι Μπικαίοι, αυτοί είναι στο Ξηροχώρι Κιλκίς. Από όλες τις αδελφές ζούνε τώρα τα εγγόνια τους που είναι δεύτερα ξαδέλφια δικά μου.
Ο Βασίλης Κυριάκος, όπου έχω και το όνομα του, είχε τους εξής γιους : πρώτος ήταν ο Ανάστασης ο παππούς μου, δεύτερος ο Χρήστος (ή Χίτας), τρίτος ο Γιώργος (ή Γκόγκος), τέταρτος ο Αντώνης και τελευταίος ο Κωσταντής.
Που κατοικούν οι οικογένειες των αδελφών του παππού μου; Οι οικογένειες του Γιώργου (ή Γκόγκος) είναι στην περιοχή του Κιλκίς, οι οποίοι μετονομάστηκαν Βασιλείου. Οι οικογένειες του Χρήστου κατοικούν εδώ κοντά μας στη Νέα Απολλωνία. Οι οικογένειες του Αντώνη κατοικούν στον Βαπτιστή Κιλκίς, επίσης και του Κωσταντή στο Βαπτιστή, εκεί στο τσιφλίκι είναι όλοι μαζί.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ
(Οικογένεια Αθανασίου Μάττα)
Ο παππούς μου Νάσιος Μάττας και η γιαγιά μου Λάμπρο γέννησαν έξι παιδιά, τέσσερα αγόρια και δύο κορίτσια. Από τα αγόρια, ο μεγαλύτερος ήταν ο Κωσταντής, δεύτερος ο Μητρός (ή Τάκος), τρίτος ο Γιάννος (ή Γιαννακός), τέταρτος και τελευταίος ο Γιώργος. Από τα δύο κορίτσια πρώτη η Ελένη (ή Λένω) και δεύτερη η Αναστασία (ή Τασούλα). Ο Κωσταντής -δηλαδή ο πατέρας μου- παντρεύτηκε την κόρη του Ανάσταση Κυριάκου ή Τακούλα -όπως τον λέγανε οι Σαρακατσιάνοι- σαν Κυριάκο οι περισσότεροι δεν τον ήξεραν. Τη μάνα μου την λέγανε Πετρούλα (ή Πετρούνκο), την είχε βαπτίσει Βούλγαρος στα βουνά που παραθέριζαν όταν ήταν στην Τουρκία. Ως συνήθως οι Σαρακατσιάνοι της Τουρκίας, περνούσαν τα σύνορα της Βουλγαρίας τα καλοκαίρια για παραθέριση.
Ο αδελφός του πατέρα μου ο Δημήτρης (ή Τάκος), πήρε γυναίκα από την οικογένεια Τέγου και κατοικεί στο Παλιοχώρι Χαλκιδικής. Ο Γιώργος -ο δεύτερος αδελφός του πατέρα μου- είχε όλο κορίτσια που ζούνε στην περιοχή της Βέροιας, άλλα στο Νεοχώρι και άλλα στην Αλεξάνδρεια. Η Λένω πήρε άνδρα τον Κώστα Μαλιαχόβα που γέννησε τρία αγόρια τον Γιώργο, τον Ανδρέα και τον Μήτρο. Η δεύτερη αδελφή του πατέρα Αναστασία, δεν άφησε κληρονομιά.
Η μάνα μου ήταν πολλά αδέλφια, εννέα τον αριθμό. Πρώτη ήταν η μάνα μου, δεύτερος ο Χρήστος από την Παζαρούδα, τρίτος ο Νικόλας από τη Νέα Απολλωνία, τέταρτη η Μαρία Κόνιαρη από την Ασπροβάλτα, πέμπτη η Βαγγέλη Κότελη από τη Βέροια, έκτος ο Ξενοφών που μένουν εδώ στην Κοκκαλού τα παιδιά του, έβδομη η Αργύρω Φλώρου και αυτή είναι στην Παζαρούδα η οικογένεια της, όγδοη η Γιαννούλα Μπρόζου που η οικογένεια της ζει στη Θεσσαλονίκη και ένατος και τελευταίος ο Γιώργος από εδώ, που ζουν τα παιδιά του μαζί μας.
Οι γονείς μου απόκτησαν εννέα παιδιά, πέντε αγόρια και τέσσερα κορίτσια. Πρώτος από τα αγόρια ήταν ο Θανάσης (ή Νάσιος), δεύτερος ο Χρήστος (ή Κίτσιος), τρίτος ο Δημήτρης (ή Μητρός), τέταρτος ο Ανδρέας και πέμπτος και τελευταίος η αφεντιά μου ο γεροβασίλης. Από τα κορίτσια πρώτη η Αικατερίνη (ή Κατερίνη), δεύτερη η Αναστασία (ή Τασούλα), τρίτη η Μαρία και τέταρτη η Ολγα.
Θα σας γράψω τώρα με τη σειρά, που παντρευτήκαμε όλα τα αδέλφια : Πρώτη παντρεύτηκε η Κατερίνη -το έτος 1925- στα βουνά στο χωριό Περικοπή του Νομού Φλώρινας, εποχή Αύγουστος. Πήρε άντρα τοΝικόλα Κόμματα και γέννησε πέντε παιδιά, τέσσερα αγόρια και ένα κορίτσι, τον Αλέξανδρο, τον Γιάννο, τον Ηλία και την Αφροδίτη (ή Φικούλα). Τον Βασίλη που είναι τρίτος, ξέχασα να τον γράψω στη σειρά του. Οι οικογένειες αυτών των παιδιών κατοικούν άλλοι στη Γερακαρού και άλλοι στη Θεσσαλονίκη.
Ο πρώτος ο Αλέξανδρος πήρε γυναίκα από την οικογένεια Αζά που κατοικεί σήμερα στη Θεσσαλονίκη, η οικογένεια του δεύτερου γιου Γιάννου ο οποίος πήρε γυναίκα από την οικογένεια Μαλογιάννη, ζει στην Γερακαρού, ο τρίτος γιος ο Βασίλης έχει γυναίκα από την οικογένεια Σαμουρέλη και κατοικεί στη Θεσσαλονίκη, ο τέταρτος γιος της αδελφής μου ο Ηλίας είναι παντρεμένος με την κόρη του Στέργιου Κατσαρού και αυτός ζει στη Γερακαρού, το κορίτσι η Φικούλα πήρε άντρα το Νίκο Γιαννιό που κατοικεί στα Βασιλικά.
Δεύτερος ο Νάσιος, ο οποίος πήρε γυναίκα από την οικογένεια Πανάγου το έτος 1931 το μήνα Νοέμβριο. Τη γυναίκα του τη λέγανε Ελένη (ή Λένω). Το ζευγάρι αυτό γέννησε δύο κορίτσια την Αθηνά και την Αννα. Η Αθηνά κατοικεί στο Βασιλούδι και η Αννα στον Αγιο Πέτρο. Η Αθηνά πήρε άντρα τον Γιώργο Κόμματα και η Αννα τον Γιάννο Γιαννακούλα.
Ο Κίτσος παντρεύτηκε τον Μάιο το 1935 στο χωριό Σαράι (το Νέο Σχολάρι). Πήρε γυναίκα από την οικογένεια Καραφιλέ. Τη γυναίκα του Κίτσου τη λέγανε Βασιλική. Ο Κίτσος γέννησε τέσσερα παιδιά, δύο ογόρια και δύο κορίτσια : το Θανάση, τον Γιώργο, την Αναστασία ή Τοσίτσα και την Ελευθερία. Η Τασίτσα παντρεύτηκε τον Ι. Φλώρο και ζει στην Παλαιά Πέλλα Γιαννιτσών, η Ελευθερία παντρεύτηκε «άλι Φλώρο τον Ηλία. Αυτός ζει στο Καμποχώρι Βέροιας. Ο Θανάσης πήρε γυναίκα από την οικογένεια Ντέντα. Αυτοί ζούνε στο νομό Κιλκίς. Ο Γιώργος, αυτός πήρε γυναίκα από το Κιλκίς από την οικογένεια Κυριάκου.
Ο Μητρός παντρεύτηκε το 1939 τον μήνα Νοέμβριο εδώ στην Κοκκαλού, πήρε γυναίκα από την οικογένεια Ψάρρα (Ελευθερία), αυτοί απόχτησαν πέντε παιδιά : δύο αγόρια και τρία κορίτσια, τον Κώστα, τον Γιώργο, την Πετρούλα, την Παναγιώτα και την Μαρία. Η Πετρούλα πήρε άντρα τον Γιάννη Γιωργούση, η Παναγιώτα τον Γιάννη Φόλα και η Μαρία τον Δημήτρη Τιτριμήδα. Ο Γιωργούσης ζει στην περιοχή Κιλκίς, ο Φόλας στη Θεσσαλονίκη και ο Τιτριμήδας επίσης στη Θεσσαλονίκη. Ο Κώστας ο πρώτος γιος έχει γυναίκα από την οικογένεια Ντέντα την κόρη του Δημήτρη. Ο δεύτερος γιος Γιώργος πήρε από την πόλη Τζουμαγιά, κόρη ενός Μπαλάσκα που δε θυμάμαι το μικρό του όνομα.
Ας έρθουμε τώρα στον προτελευταίο γιο του Κωνσταντίνου Μάττα, τον Ανδρέα. Αυτός πήρε γυναίκα από την οικογένεια Δροσάκη την Μαιρόπη το 1946. Γέννησαν δύο παιδιά τον Κώστα και την Ελλη. Ο Κώστας πήρε γυναίκα από την οικογένεια Ευγενίδη με καταγωγή από τη Θεσσαλονίκη. Η Ελλη παντρεύτηκε το Θανάση Μόσχο από την Λαμία.
Η αδελφή μου η Αναστασία ή Τασούλα, παντρεύτηκε στον Τράγιλο Νιγρίτας Σερρών τον Δημήτριο Κόνιαρη το 1939. Απόχτησαν δύοπαιδιά, τον Κώστα και τον Γιάννη. Ο Κώστας πήρε γυναίκα απ' τον Αχινό Νιγρίτας από την οικογένεια Γούλα. Ο δε Γιάννης πήρε γυναίκα από την οικογένεια Γκόγκου που κατοικεί κοντά στα Σέρρας.
Η αδελφή μου Μαρία πήρε άντρα τον Γιάννη Σπυρογιάννη το 1944. Από το γάμο τους έκαναν τέσσερα παιδιά, τρία αγόρια και ένα κορίτσι : τον Σπύρο, τον Κώστα, τον Ευριπίδη και την Παναγιώτα. Ο Σπύρος πήρε γυναίκα από την οικογένεια Γιανιώτη το 1974 που κατοικεί στο χωριό Φλάμπουρο κοντά στη Νιγρίτα, ο Κώστας πήρε γυναίκα από την Παραμυθιά Ιωαννίνων, ο Ευριπίδης πήρε γυναίκα από το Νομό Δράμας, η κοπέλα είναι ελεύθερη.
Η αδελφή μου Ολγα -είναι και η τελευταία- αυτή παντρεύτηκε το 1947 τον Θανάση Μπίσμπα που μένει στην Ασσυρο Λαγκαδά. Από το γάμο τους έκαναν τρία παιδιά : ένα αγόρι και δύο κορίτσια : τον Γιώργο, την Ευτυχία και την Μαρία. Ο Γιώργος πήρε γυναίκα από την οικογένεια Τζαβέλα που κατοικεί στο Βαφειοχώρι Κιλκίς. Η Ευτυχία πήρε για άνδρα της τον Γιώργο Δροσάκη από τη θεσσαλονίκη και η Μαρία πήρε άνδρα της τον Δημήτρη Γιαννακούλα από το χωριό Αθηρα Γιαννιτσών.
Εγώ παντρεύτηκα τελευταίος το 1949 15 Μαΐου στη Γερακαρού ως πρόσφυγας. Πήρα γυναίκα την κόρη του Κωστή Καπούλα, Πανάγιω -από το χωριό Ταγαράδες- προσφυγούλα κι αυτή σαν και μένα. Από το γάμο μας αποκτήσαμε τρεις γιους, ο Θεός να τους έχει καλά. Τον Κώστα, το Χρήστο και τον Ηλία. Ο Κώστας γεννήθηκε στις 10 και ώραν 09:00 πρωινή. Ο δεύτερος υιός μου Χρήστος εγενήθη και ώρα 02:00 μετά μεσημβρία, εγεννήθη την 1η Απριλίου 1954ημέρα Πέμπτη.την 31ηΜαΐου 1952 Σάββατο Και ο τρίτος υιός μου Ηλίας η ώρα 08:00 μετά μεσημβρίας Μαρτίου 1950 ημέραν Τετάρτην  Ο Κώστας πήρε γυναίκα από την οικογένεια Ζαχίλα από το χωριό Ειρηνικό Κιλκίς. Τη γυναίκα του τη λένε Μαρία, είναι θυγατέρα του Δημήτρη Ζαχίλα, εγγονή του Χρήστου. Ο Χρήστος πήρε γυναίκα από την οικογένεια Καραγιάννη, από το χωριό Αγία Παρασκευή Νομού Θεσσαλονίκης. Τη γυναίκα του τη λένε Αγορίτσα και είναι κόρη του Λευτέρη Καραγιάννη, εγγονή του Γιάννη Καραγιάννη. Και ο Ηλίας και αυτός Σαρακατσιάνα από την οικογένεια Κουτσογιάννη από το χωριό Ασκητές Νομού Κομοτηνής, την κόρη του Κώστα Κουτσογιάννη με το όνομα Δήμητρα, εγγονή του Δημήτρη του Κουτσογιάννη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ
Η οικογένεια Καπούλα, δηλαδή ο πατέρας της γυναίκας μου ήλθαν από Θεσσαλία, συγκεκριμένα από την Λαμία από μια κωμόπολη που λέγετε Στυλίδα. Ηλθαν εδώ στην Μακεδονία επί Τουρκοκρατίας με το όνομα Καπούλα - από πού πήραν αυτό το όνομα δε θυμόταν κανείς.
Ο πεθερός μου ήταν πολλά αδέλφια, πέντε αγόρια και δύο κορίτσια. Το μεγάλο κορίτσι η Βασιλική, ήταν παντρεμένη στο Μαύροβο κοντά στο Σοχό με άνδρα τον Κουκοφίκη. Την δε μικρή την Ελένη είχαν οι Κοτσαβέληδες, που μένουν στο Κιλκίς. Από τα αγόρια ο πρώτος ο Νικόλας, ο δεύτερος ο Δημήτρης, ο τρίτος ο Παναγιώτης και ο τελευταίος (πέμπτος) ο Γιώργος, μένουν στους Ταγαράδες θεσσαλονίκης.
Τέταρτος ήταν ο Κώστας, δηλαδή ο πεθερός μου. Ο πεθερός μου είχε γυναίκα από την οικογένεια Γιαννακούλα, κόρη του Κωστή στην Κατερίνη. Από το γάμο τους απέκτησαν επτά παιδιά : πέντε αγόρια και δύο κορίτσια. Τον Βασίλη, το Χρήστο, τον Τάσιο, τον Ηλία και τον Αποστόλη, την Ευγενία και την Πανάγιω την γυναίκα μου. Τα παιδιά των αγοριών ζούνε στο χωριό Χωρύγι Κιλκίς, μαζί με το θείο τους τον Αποστόλη. Ο Βασίλης ο πρώτος πήρε γυναίκα από την οικογένεια Μπομπότα που κατοικούν στο Μεταξοχώρι Κιλκίς. Από το γάμος τους άφησαν πέντε παιδιά : τρία αγόρια και δύο κορίτσια. Από το αγόρια, ο Κωνσταντίνος έχει γυναίκα του Γιώργου Λιάπη κόρη την Ολγα. Ο πεθερός του Κωνσταντίνου είναι από την Ευκαρπία Κιλκίς. Ο δεύτερος υιός του Δημήτρης (ή Τάκος) πήρε εντόπια από το ίδιο χωριό που δεν ξέρω το όνομα αυτής, ούτε του πατέρα της. Ο τρίτος γιος του ο Ανάστασης ή Τασούδης, παντρεύτηκε την κόρη του Ανδρέα Κωσταντούλα Παρασκευή (ή Βούλα) από το Βαφειοχώρι, επίσης από το Νομό Κιλκίς.
Το κορίτσια τώρα του κουνιάδου μου Βασίλη, η πρώτη η Ρήνα πήρε άνδρα από το Νέο Ραιδεστό τον Στέργιο Μάττα. Το δεύτερο κορίτσι τη Χρυσούλα την έχει ο Αργύρης ο Τσαρτσάλης σε ένα χωριό κοντά στο Κιλκίς.
Ο δεύτερος γιος ο Χρήστος, πήρε γυναίκα από την την αδελφή του γαμπρού μου Θανάση την Ελευθερία Μπίσμπα. Από το γάμο τους έχουν δύο αγόρια και τρία κορίτσια : τον Κώστα, τον Γιώργο, την Κατερίνα, την Τασούλα και την Αθηνά. Ο Κώστας ζει στην Κασσάνδρα με γυναίκα χωριάτισσα. Ο δε Γιώργος κι αυτός με γυναίκα χωριάτισσα στην Καβάλα. Τα κορίτσια είναι η Κατερίνα παντρεμένη με το Θοδωρή αγνώστου επιθέτου, σε χωριό έξω από το Κιλκίς. Η Τασούλα πήρε κι αυτή χωριάτη τον Γιώργο από τα χωριά που λέγονται αγροικίες στη Βαλτά. Η Αθηνά, αυτή έμεινε στο χωριό του το Χορύγι. Από τα αγόρια οι δύο -ο Ανάστασης και ο Ηλίας-δεν άφησαν κληρονομιά, πέθαναν πριν από πενήντα χρόνια. Ο τελευταίος ο Αποστόλης που είναι στο χωριό, αυτός πήρε γυναίκα από το Γερακαργιώ, κόρη του Δρόσου Κότελη την Ολγα. Από το γάμοτους κι αυτοί έκαναν τέσσερα παιδιά -δύο αγόρια και δύο κορίτσια : τον Κώστα, τον Ηλία, την Κατερίνα και την Γιώτα. Ο Κώστας ζει στην Θεσσαλονίκη με γυναίκα χωριάτισσα αγνώστου επιθέτου. Ο Ηλίας πήρε Σαρακατσιάνα την Βάγια, που δεν ξέρω ούτε πατέρα ούτε όνομα, από χωριό του Κιλκισιού. Η Κατερίνα είναι εκεί στο Χωρύγι με άνδρα τον Γιάννο τον Χρυσοφυλλίδη (κάπως έτσι). Η Γιώτα είναι παντρεμένη στο Βαφειοχώρι, έχει άνδρα τον Γιώργο Κουφάκη που μένουν στη Θεσσαλονίκη. Η Ευγενία η κουνιάδα μου, πήρε τον Στέργιο Ντέντα από το Μεταξοχώρι και αυτοί έκαναν πέντε παιδιά — δύο αγόρια και τρία κορίτσια : τον Κώστα, το Χρήστο, την Ζωή, την Ελένη και την Αγγελική. Ο Κώστας πήρε Κιλκισιώτισα τη Λένα, «ου ξέρω τη δουλειά κάνει -είναι μαγείρισσα στο Νοσοκομείο του Κιλκίς. Ο Χρήστος πήρε κι αυτός χωριάτισσα από τη Χαλκιδική, από τα παράλια της Μηχανιώνας με άγνωστα για μένα όνομα και επίθετο. Τα κορίτσια τώρα, η πρώτη η Ζωίτσα πήρε το Γιώργο Κατσιούλα από το Βαφειοχώρι Κιλκίς, δίπλα στο Χωρύγι. Η δεύτερη η Λενιώ πήρε άνδρα χωριάτη, τον Χρήστο Παυλίδη από τον Αγχίαλο Θεσσαλονίκης. Η τρίτη και τελευταία η Αγγελική, παντρεύτηκε τον Δημήτρη Πανοδήμο από τα Βασιλικά Θεσσαλονίκης.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ
Εδώ σ' αυτό το κεφάλαιο θα γράψω για τη γέννηση μου και ολόκληρη τη ζωή μου. Γεννήθηκα το έτος 1913 στις 28 Απριλίου, ημέρα Δευτέρα το Αγιο Πάσχα. Όπως συνήθιζαν οι Σαρακατσιάνοι να ξεχειμάζουν στον κάμπο με τα κοπάδια τους και να ξεκαλοκαιριάζουν στο βουνά, έτσι και οι δικοί μου γονείς ξεχείμαζαν εδώ στην Κοκκαλού. Αφού έκαναν το Πάσχα την Κυριακή, τη Δευτέρα φόρτωσαν τα κονάκια* στα άλογα για τα βουνά.
*Κονάκι λέγανε οι Σαρακατσιάνοι όλο το νοικοκυριό -ρούχα και άτομα-την τσιατούρα (σκηνή), το καλύβι.
Και αφού ξεκίνησε το καραβάνι από την Κοκκαλού, έφτασε στα Ααγκαδίκια στη γέφυρα πάνω από το δρόμο στα πλατάνια. Αφού έστησαν τα τσατούρια (δηλαδή τις σκηνές) κάτω από έναν πλάτανο, με γέννησε η μάνα μου χωρίς μαμή. Την άλλη μέρα φόρτωσαν τα καραβάνια*.
*Το καραβάνι είναι τα φορτωμένα άλογα, τα οποία είναι δεμένα πίσω το ένα από το άλλο, από το καπίστρι στο σαμάρι του πρώτου αλόγου.
Η διαδρομή τους για να φτάσουν στα βουνά ήταν περίπου δέκα με δεκαπέντε μέρες. Την πρώτη μέρα κατασκήνωση (κόνεμα που το λέγανε οι Σαρκατσιάνοι), κάνανε στα Λαγκαδίκια, την δεύτερη στον Αγιο Βασίλη, την Τρίτη στο Δερβένι. Εκεί στο Δερβένι πουλούσαν τ' αρνιά και υποχρεωτικά καθόταν δύο μέρες, το πολύ τρεις.
Την τέταρτη ημέρα, πάλι ξεκινούσαν τα καραβάνια να κονέψουν στον Αγχίαλο, μετά τον Αγχίαλο κατασκήνωσαν στη Νέα Χαλκηδόνα και μετά τη Χαλκηδόνα στη Νέα Καρυώτισσα. Από Νέα Καρυώτισσα στο Μαυροβούνι, νύχτα το άλλο βράδυ ξημέρωναν πάνω από τον Αγρα.
Η διαδρομή αυτή γινόταν όταν πηγαίναμε στα βουνά της Φλώρινας.
Εκεί στα πετρωτά ήταν μεγάλη ευρυχωρία και είχε αρκετά χόρτα, για αυτό έκαναν μικρότερα κονάκια -δηλαδή κοντινότερη απόσταση- για να ξεκουραστούν κι αυτοί και τα κοπάδια από τον ποδαρόδρομο που είχαν κάνει ως εκεί. Από εκεί και πάνω, πήγαιναν πολύ πιο άνετα για τα βουνά.
Απ' ότι θυμάμαι εγώ, το 1917 πήγαν οι δικοί μου στο βουνό Ντόλιανη. Μόνον τη βρύση θυμάμαι. Το βουνό αυτό πρέπει αν είναι κοντά στο Μπλάτσι στο Βλαχοχώρι.
Στα βουνά έφταναν πριν τον Αγιο Κωνσταντίνο, παραθέριζαν περίπου πέντε μήνες. Το φθινόπωρο φεύγανε πριν τον Αγιο Δημήτριο και άρχιζαν πάλι το ίδιο βιολί. Να φορτώνουν - να ξεφορτώνουν στα ίδια περίπου κονάκια (κονάκι λεγόταν και η τοποθεσία που ξεφόρτωναν τα καραβάνια. Κονάκι ή κονακότοπο).
Την άλλη χρονιά το 1918, πήγαν στο Γράμμο στα ελληνοαλβανικά
σύνορα. Εκεί γεννήθηκε η αδελφή μου Μαρία και ο ξάδελφος μου
Βασίλης Κυριάκος από τη Νέα Απολλωνία. Τους βάπτισαν σε μία
κολυμβήθρα.
Για την αδελφή μου Τασούλα δε θυμάμαι που γεννήθηκε, θυμάμαι ότι γεννήθηκε το 1915.
Το καλοκαίρι το 1919 πήγαμε για παραθέριση στο βουνό Κουτσιομπέη στην οροσειρά Καϊμάκ Τσολάν και εν συνεχεία -το άλλο καλοκαίρι το 1920- εκεί ξεκαλοκαιριάσαμε.
Εκείνο το καλοκαίρι πήγα για πρώτη φορά κι εγώ στο σχολείο. Θυμάμαι το αλφαβητάρι που ο πατέρας μου αγόρασε από το Σούρ,πουτσα - τη σημερινή Αριδαία. Το βιβλίο είχε στην πρώτη σελίδα ένα παιδάκι να παίζει με το τόπι.
Το 1921 πήγαμε στα Σερβικά βουνά στην Πολτσίστα (χωρίς σχολείο), γράφω τώρα ότι πήγαμε γιατί από τότε και μετά τα θυμάμαι καλύτερα - είχα μεγαλώσει κάπως.
Το 1922 πήγαμε στα βουνά της Χαλκιδικής, στο βουνό Πετροκέρασα (Αραβνά), έτσι το λέγανε τότε το χωριό. Εκεί δεν είχαμε σχολείο, είμασταν λίγα παιδιά. Τότε δεν ξεχειμάζαμε στην Κοκκαλού, είχαμε πάει στο Σχολάρι. Από κει και μετά δεν ξαναεπιστρέψαμε στην Κοκκαλού, παρά μόνον το 1936 που πήραμε τα χωράφια.
Το 1923 πήγαμε στο βουνό Βαψώρι -σύνορα με το Βίτσι- επίσης και το 1924 δύο χρονιές, μαζί με τις οικογένειες του Γιάννου Φλώρου και Νάσιου Φλώρου.
Στο Βαψώρι είμασταν πολλά κονάκια : πρώτα η οικογένεια η δική μας (Κωνσταντίνος Μάττας), οι δύο μπαρμπάδες ο Ξενοφών και ο Γιώργος, ο Νάσιος ο Φλώρος, ο Γιάννος ο Φλώρος, οι Γιδαραίοι ο Τάσος και ο Χρήστος με τον μπάρμπα Τάσο -αυτοί ήταν μία οικογένεια- και η Παυλομπούτινα με τα δυο παιδιά της τον Γιώργο και το Δρόσο. Τα καλύβια τα είχαμε στη θέση Κλέτα πίσω από την κορυφή του Βίτσιου -εκεί είναι και η βρύση Κλέτα.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ
Το φαλκάρι ή τσελιγκάτο είναι η ομάδα των κτηνοτρόφων που ξεχειμάζουν ή ξεκαλοκαιριάζουν μαζί. Εμείς είμασταν στο φαλκάρι του Τακούλα με αρχηγό τον Ξενοφών Κυριάκο, γιατί -όπως γράψαμε και παραπάνω- τον παππού μου τον ήξεραν για Τακούλα και όχι για Κυριάκο. Το 1925 πήγε το καλοκαίρι στο βουνό περικοπής. Το δικό μας το φαλκάρι είμασταν στα σπίτια του χωριού, δεν κάναμε καλύβια. Είμασταν ^^€Κ οικογένειες : η οικογένεια του πατέρα μου, η οικογένεια του μπάρμπα Νικόλα και η οικογένεια του παππού μου, γιατί τα δύο αδέλφια -ο μπάρμπα Ξενοφών και ο μπάρμπα Γιώργος, ήταν μαζί ακόμα.
Το 1926 το καλοκαίρι, καταργήθηκε ο νόμος του ενοικιοστασίου κι έτσι με δημοπρασία αξιωθήκαμε να πάμε σε καλύτερο βουνό, στο περίφημο Βίτσι. Με πολλά κονάκια και πολλά πρόβατα, τρία γαλαροκόπαδα και δύο στερφοκόπαδα. Το κάθε κοπάδι μετρούσε από επτακόσια ως οκτακόσια κεφάλια πρόβατα, δηλαδή γύρω στις τέσσερις χιλιάδες ένα μεγάλο φαλκάρι.
Τώρα πόσες οικογένειες το αποτελούσαν : πρώτα οι οικογένειες Κωνσταντίνου Μάττα, Γεωργίου Μάττα, Αναστασίου Κυριάκου, του παππού μου δηλαδή Νικολάου Κυριάκου, Απόστολου Μπανιώτη, Ιωάννου Κότελη, Κωνσταντίνου Κότελη, Δημητρίου Γιωργούση, Γεωργίου Ταξιάρχη, Κωνσταντίνου Τσιατσιούλα, Κωνσταντίνου Κόνιαρη (ή Γκοντής), Δημητρίου Γκόλφου, Ευάγγελου Γκόλφου, Αθανασίου Τισατσιούλα, Δημητρίου Φλώρου, Κωνσταντίνου Παρδαλή.
Το καλοκαίρι του 1929 ήρθε και η οικογένεια του Χρήστου Κυριάκου στο Βίτσι.
Πως γινόταν το άρμεγμα των κοπαδιών : το κάθε γαλαροκόπαδο
έπρεπε να έχει το λιγότερο τρεις αρμεχτάδες, σύνολο εννέα με δώδεκα αρμεχτάδες στη στρούγκα. Το γάλα το έπαιρνε ο γαλατάς ως τις 30 Ιουνίου, την ημέρα των Αγίων Αποστόλων. Μετά το γαλατά έμπαινε η σειρά, η λεγόμενη αράδα : ο κάθε κεχαγιάς έπαιρνε από μια οκά γάλα σε κάθε προβατίνα. Πρώτος έπαιρνε γάλα εκείνος που είχε τα περισσότερα γαλάρια, μετά ακολουθούσε ο άλλος με τα λιγότερα και τελευταίος έπαιρνε εκείνος που είχε τα λιγότερα από όλο το φαλκάρι.
Το γάλα το δουλεύανε στο μπατζιό, εκεί που το δούλευε και ο γαλατάς.
Ο μπατζιός ήταν μια καλύβα ως τσιαρδάκι, δίπλα στη στρούγκα.
Το γάλα οι δικοί μας το πήζανε σε μεγάλα βαρέλια που τα λέγανε καδιά -το κάθε καδί έπαιρνε πενήντα με εκατό οκάδες γάλα- την πρώτη ημέρα βγάζανε το χτυπητό τυρί το λεγόμενο μπατζοτύρ', ύστερα από τρεις μέρες κοπανούσαν το τυρόγαλο από τον μπάτζιο που λεγόταν κορυφή. Από την κορφή έβγαινε το γνήσιο βούτυρο του βουνού, μετά το βούτυρο το ξινόγαλο που είχε την καλύτερη γεύση για μας τους μικρούς. Αφού έβγαινε το βούτυρο, ο κεχαγιάς έβγαινε έξω από το μπατζιό και χούιαζε (φώναζε) ελάτε να πάρετε ξινόγαλο και μην αργείτε γιατί θα το βράσω γιο να βγάλω την ούρδα (τη μυτζήθρα από το ξινόγαλο τη λέγανε ούρδα).
Από το 1926 μέχρι το 1939 που κηρύχθηκε ο δεύτερος παγκόσμιος «όλεμος, παραθερίζαμε στο Βίτσι. Ξεχειμάζαμε στο Σαράϊ (σημερινό Σχολάρι). Μέχρι το 1934 ήμουν τσομπάνος στο Βίτσι. Το Σεπτέμβριο κατατάχτηκα στον στρατό στο 50ο Σύνταγμα Πεζικού στη θεσσαλονίκη. Τον Απρίλιο του 1935 έγινα λοχίας και τον Μάϊο πήγα στο 3° Σώμα Στρατού ως ακόλουθος του αείμνηστου αρχιστράτηγου Αλέξανδρου Παπάγου.
Εκεί γνώρισα τον επιτελάρχη του Σώματος τον αείμνηστο Χρυσοχόου Αθανάσιο, Συνταγματάρχη Ιππικού. Με τη γνωριμία του μακαρίτη κατορθώσαμε και πήραμε τους γεωργικούς κλήρους εδώ στην Κοκκαλού. Πριν τη γνωριμία αυτή, είχα γνωρίσει και τον αείμνηστο Στρατηγό Κώνστα Γεώργιο οφθαλμίατρο.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ
Σ' αυτό το κεφάλαιο θα γράψω λίγα για την γέννηση των παιδιών στους Σορακατσιάνους. Εκείνα τα χρόνια για τη γέννα δεν έλεγαν γέννησε, αλλά απόχτησε. Όταν μια γυναίκα γεννούσε αγόρι τότε έλεγαν απόχτησε παιδί και όταν ήταν το μωρό κορίτσι, έκανε κουρτσάκ'. Το θεωρούσαν προσβολή: «Γέννησε της πρατίνας και λέτε γένσι;».
Τα παιδιά τα γεννούσαν (δηλαδή τα αποχτούσαν) όπου τήχηνε : ή
στο δρόμο (στη στράτα) ή στα καλύβια, χωρίς μαμή ή γυναικολόγο όπως σήμερα. Αφού κατάλαβε η φορτωμένη, δηλαδή η έγκυος ότι ήρθε η ώρα του τοκετού, έκρινε (φώναζε) την πιο γριά γυναίκα από όλα τα κονάκια να τη βοηθήσει να κάνει το μωρό.
θα ρωτάτε βέβαια τι είναι η λέξη φορτουμέν' : οι παλιοί
Σαρακατσιάνοι την έγκυο την έλεγαν φορτωμένη. Είχαν τόση ντροπή που ούτε γκαστρωμένη δεν την έλεγαν.
Η βάπτιση γινόταν όταν συμπλήρωνε τις σαράντα ημέρες το μωρό και μαζί διαβαζόταν και η λιχώνα. Η βάπτιση ήταν πολύ απλή. Πήγαιναν στο πλησιέστερο χωριό και ότι μέρα τύχαινε (το σαράντισμα), φώναζαν τον παπά στην εκκλησία και άναβαν τις καντήλες. Στη βάπτιση παρευρίσκονταν συνήθως η μάνα του παιδιού, ο νουνός και ένας τρίτος -η μάνα του νουνού ή και κάποιος άλλος αν δεν ήταν η μάνα του- τα άτομα έπρεπε να είναι ή τρία ή πέντε. Τα δώρα στο παιδί ήταν κι αυτά πολύ απλά : τα ρουχαλάκια του μωρού. Το δώρα στο νουνό απ' τον κουμπάρο ήταν μία πετσέτα. Οσο για τα λεφτά που θα έδωνε ο κουμπάρος, ήταν μισή οκά ζαχαρωτά στα πιτσιρίκια. Οι υποχρεώσεις του νουνού προς το βαπτιστικό του ήταν πριν συμπληρώσει τα δέκα του χρόνια, να του δωρίσει ένα κοστουμάκι κι αρκετά καλό, που οι Σαρακατσιάνοι το λέγανε φωτιστικό (ή φωτικούλα). Αφού μεγάλωνε το βαπτιστικό -αν ήταν αγόρι- ο νουνός ήταν υποχρεωμένος να το στεφανώσει. Αυτό γίνεται και σήμερα.
Στα κορίτσια ο νουνός έχανε όλα τα δικαιώματα. Αυτό γίνεται και σήμερα στα κουμπαριά, δεν στεφανώνει ο νουνός του κοριτσιού. Σε σπάνιες περιπτώσεις -αν ο νουνός του αγοριού ήταν μακριά- τότε στεφάνωνε ο νουνός του κοριτσιού.
Όπως καταλαβαίνετε οι Σαρακατσιάνοι ήταν διασκορπισμένοι σε διάφορα μέρη της Ελλάδος, είτε χειμώνας ήταν είτε καλοκαίρι. Δε θυμάμαι άλλα έθιμα για κουμπαριά. Θυμάμαι τον μεγάλο σεβασμό που είχε ο αδεξιμιός (βαπτιστικός) στον νουνό του. Τον είχε σαν πατέρα, όπως τον είχα και γω.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΓΔΟΟ
Από ότι θυμάμαι εγώ, ο γάμος των Σαρακατσιάνων γινόταν μόνον με «ροξενιά. Ηταν οι λεγόμενοι προξενητάδες χωρίς αμοιβή -με κανένα ζευγάρι παπούτσια- γιατί καθώς καταλαβαίνετε τα παπούτσια εκείνα τα χρόνια ήταν η καλύτερη άρματα (στολή) στους Σαρακατσιάνους, αφού φορούσαν όλοι τσαρούχια. Μόνο στις γιορτές και στους γάμους έβαναν παπούτσια. Ο προξενητής πήγαινε στον πατέρα του κοριτσιού -με εντολή του άλλου πατέρα που είχε το αγόρι- και όπου τον έβρισκε, στο καλύβι, την τσατούρα ή και στα πρότα (πρόβατα), εκεί του έκανε την πρόταση. Αφού δεχόταν -ύστερα από λίγες μέρες- ο πατέρας του κοριτσιού έπαιρνε ακόμη δύο άτομα συγγενείς του και πήγαιναν σ' ένα απόμερο μέρος. Εκεί έβρισκαν τον μέλλοντα συμπέθερο με άλλα τρία άτομα. Είχε ο καθένας από τα συμπεθέρια, από μία σακούλα ζάχαρη και από ένα μαντηλάκι άσπρο και μία κορδελίτσα για τις βέρες. Του αγοριού η κορδελίτσα ήταν άσπρη, του κοριτσιού ροζ. Αφού ανακάτευαν τα ζαχαρωτά, άλλαζαν τις βέρες. Ετσι γινόταν το λεγόμενο σύβασμα (αρραβώνας). Μόλις γινόταν το σύβασμα, τα συμπεθέρια τραβούσαν τα μαντήλια στα γένια τους λέγοντας τις ευχές : «να ζήσουν, να γεράσουν, να πάρουν τα χρόνια του γεροέλυμπου». Όταν τελείωναν όλα αυτά και πήγαινε ο καθένας στο κονάκι του, έριχναν τρεις τουφεκιές για να μάθουν τα κονάκια ότι έγιναν τα χαρλίτικα. Τα ενδιαφερόμενα μέλη -ο γαμπρός και η νύφη- δεν ήξεραν, ούτε γνωρίζονταν. Το μάθαιναν την ημέρα του γάμου. Ο γαμπρός μπορεί να μάθαινε από κανέναν αδελφό ή και ξάδελφο, η νύφη δεν ήξερε τίποτα.
Ο γάμος ξεκινούσε από την Παρασκευή το πρωί. Αφού πρώτα έπιαναν τα προζύμια για το ψωμί του γάμου, την Παρασκευή το απόγευμα έκαναν, δηλαδή έραβαν το φλάμπουρα. Το κοντάρι του φλάμπουρα το έραβε ο μπράτιμος (ή φλαμπουριάρης), ο οποίος έπρεπε να έχει πατέρα και μάνα, να μην είναι δηλαδή ορφανός. Κατά τη ραφή του φλάμπουρα, οι γυναίκες τον τραγουδούσαν : «Ράψτε το φλάμπουρα καλά, θα γείρει ράχες και βουνά, θα τον ξεκλίσουν τα κλαριά, θα μας γελάσ' η
πεθερά ». Το έλεγαν αυτό το τραγούδι, γιατί ο γάμος γινόταν με τα
άλογα. Πηγαίνανε από βουνό σε βουνό ή από χειμαδιό σε χειμαδιό, υποχρεωτικά θα περνούσαν λαγκάδια.
Όταν έφταναν οι συμπεθέροι στα καλύβια της νύφης, ξεχώριζαν μερικοί -που πιθανόν να είχαν τα καλύτερα άλογα- και πήγαιναν μπροστά από το υπόλοιπο συμπεθεριό, οι οποίοι λεγόταν συγχαριάτες. Εμπαιναν στο καλύβι της νύφης τραγουδώντας το τραγούδι : «Δεν ήρθαμε για φάει για πιεί και για ψιλή κουβέντα, μας είπαν είσαι όμορφη κι ήρθαμε να σε
δούμε ». Αφού κερνούσαν του συγχαριάτες, γύριζαν πίσω και μαζίμε το υπόλοιπο συμπεθεριακό πήγαιναν πάλι στο καλύβι της νύφης.
Η νύφη όμως, δεν ήταν φανερή ήταν κρυμμένη σε άλλο καλύβι ήτσιατούρα πίσω από μια βελέντζα και την τραγουδούσαν οι γυναίκες μετο τραγούδι : «Να τιμάς την πεθερά σου, να τιμάς τον πεθερό σου, να τιμάς και τ' αντραδέρφια ». 
Ο γόμος είχε μεγάλη διάρκεια : από την Παρασκευή ως την Τρίτη. Ολες αυτές τις μέρες υπήρχε φαγοπότι και τραγούδια με το στόμα, όπου τραγουδούσε όλο το συμπεθεριακό. Δεν ήταν όπως τώρα με έναν τραγουδιστή και τα όργανα.
Ο γαμπρός -ο οποίος φορούσε φουστανέλα- προτού πάρει τη νύφη, έμπηνε πρώτος στο χορό με το φλάμπουρα και έλεγε τρία τραγούδια ΤΜίοχρεωτικά, βοηθούμενος από το συμπεθεριακό.
Ξέχασα να σας γράψω ότι στη διάρκεια του γάμου, ο πεθερός έμπαινε στο καλύβι του γαμπρού και τον έζωνε με καλή ζώνη. Ο γαμπρός με τη σειρά του έσκιφτε και φιλούσε το χέρι του πεθερού, ο οποίος του έδινε ένα χρυσό νόμισμα.
Την τελευταία μέρα του γάμου - την Τρίτη- ο γαμπρός στέκονταν στην χόρτα της καλύβας (στη ρούγα) με την κόφα* στο χέρι και κερνούσε τα συμπεθέρια, ρίχνοντας κρασί σε μια κούπα ή ποτήρι. Αυτό ήταν το ξεκίνημα του συμπεθεριακού.
*Η κόφα ήταν μία ξύλινη μπούκλα πλακέ με ζωγραφιές απ' έξω και με βιδωτό βούλωμα.
Το τελευταίο γεύμα του γάμου ήταν του νουνού. Στα χρόνια που πρόλαβα προσέφερε μόνο το κρασί και έπαιρνε ο καθένας την κόφα και έλεγε τις ευχές : «όπως με το κλήμα έτσι και με το έλαιο κουμπάρε», τραβούσε μια ρουφιξιά και έλεγε : «το πίνω το πίνω και στον άλλο το δίνω».
Αφού έφευγαν ένας ένας, έπαιρνε ο γαμπρός το τουφέκι κι έριχνε τρεις τουφεκιές για το καλό ξεπροβόδισμα.
Την Τρίτη το βράδυ γινόταν και το αντάμωμα γαμπρού και νύφης, χωρίς τραγούδια και όργανα όπως συνήθιζαν άλλες φυλές : Θρακιώτες, Μικρασιάτες και Πόντιοι. Οι βλάχοι, οι αρβανίτες, οι αρβανιτόβλαχοι τα αρραβώνιαζαν από μικρά τα παιδιά τους.
Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι τα παλιά χρόνια, η σαρακατσιάνικη φυλή δεν άλλαζε εύκολα ράτσα. Αν κανένας λοξοδρομούσε και έπαιρνε «χωριάτη» ή «χωριάτισσα», αυτούς τους κυνηγούσαν συγγενείς και φίλοι - ούτε καλημέρα δεν τους έλεγαν. Καθώς καταλαβαίνετε αυτά τα ζευγάρια είχαν «κλεφτεί».


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑΤΟ
Οι Σαρακατσιάνοι, την άνοιξη -μετά τον Αγιο Γεώργιο- φόρτωναν από τα χειμαδιά. Αφού πρώτα κούρευαν τα «πρότα» και πουλούσαν και τα μαλλιά, ήταν έτοιμοι για δρόμο.
Για το κούρεμα αρχή έκαναν ή Δευτέρα ή Τετάρτη ή Παρασκευή. Τις άλλες μέρες τις θεωρούσαν γρουσούζικες.
Την ημέρα της αρχής, τρούχαγαν τα ψαλίδια σε τροχό του χωριού ή και με τα ακόνια που είχε στο κονάκι ο κάθε νοικοκύρης.
Τις μέρες που κούρευαν έπρεπε να σφάξουν αρνί, να κάνουν μπόλικη γιαούρτι για να φιλέψουν τους κουρευτάδες. (Δεν μπορούσαν μόνοι τους να τα κουρέψουν, έπρεπε να βοηθήσουν κι άλλοι).
Αφού γινόταν όλα αυτά, ήταν έτοιμοι για τα βουνά. Αλλαζαν ρούχα -εννοείται ότι έβαζαν τα καλύτερα τους και όχι εκείνα που φορούσαν το χειμώνα. Τα φορέματα αυτά τα έλεγαν «στρατιάτικα», γιατί καθώς καταλαβαίνετε ανταμωνόταν με τα άλλα καραβάνια και γινόταν διάφορες γνωριμίες. Μπορώ να πω ότι και οι περισσότερες προξενιές έτσι γινόταν. Εκείνα τα χρόνια οι γαμπροί δεν πήγαιναν στο σπίτι της νύφης να την ιδούν, οπότε από τις λίγες ευκαιρίες ήταν η συνάντηση των καραβανιών.
Για να ξέρουν τα αγόρια ποια κορίτσια είναι της παντρειάς, το καραβάνι το τραβούσε πάντα το παντρολόι*.
*Παντρολόι λέγανε το πρώτο κορίτσι της οικογενείας.
Στο φαλκάρι όταν ξεκινούσε, το καραβάνι έπρεπε να το τραβάει
νιόνυμφη στ' άσπρα ντυμένη και ως επί το πλείστον και το άλογο να
είναι άσπρο.
Θα αναρωτιέστε πώς γινόταν το άρμεγμα στο δρόμο.
Αφού ξεφόρτωναν τα καραβάνια στον κονακότοπο, έστηναν τα τσιατούρια* (σκηνές) και ετοίμαζαν και τη στρούγκα. Για τη στρούγκα είχαν ένα ειδικό άσπρο πανί, το οποίο είχε μάκρος είκοσι με τριάντα μέτρα και φάρδος ενάμιση μέτρο. Είχαν και μερικά ξύλινα παλούκια, τα μπήγανε στη γη κι έτσι ήταν έτοιμη η στρούγκα της ώρας.
*Τα τσιατούρια ή τσιατούρες ήταν μαύρες των σαρακατσαναίων, άσπρες οι μωραϊτικες και παρδαλές οι βλάχικες, για να ξεχωρίζει η ράτσα των σκηνιτών.
Αφού άρμεγαν το βράδυ και το πρωί, μάζευαν το πανί μαζί με τα παλούκια, γιατί τα είχαν ραμμένα πάνω στο πανί.
Για το γάλα είχαν μεγάλα καζάνια που πήζανε μέχρι πενήντα οκάδες γάλα.

Το τυρί το πουλούσαν στις πόλεις που περνούσαν ή και σε χωριά ακόμη.
Συνήθως έφταναν στα βουνά πριν τον Αγιο Κωνσταντίνο, κοντά στα ψυχοσάββατα. Οι σαρακατσιάνοι είχαν από τα καλύτερα εθίματα : την ημέρα των ψυχών έσφαζαν όλοι από ένα αρνί και το μοίραζαν στα κονάκια για να συγχωρέσουν τους πεθαμένους τους.
Τα μεγαλύτερα γλέντια οι σαρακατσαναίοι τα κάναν το καλοκαίρι. Το χειμώνα ήταν όλοι κρυμμένοι στα πουρνάρια και με τα παλιά ρούχα (ή σκουτιά).
Τον Αγιο Απόστολο στις 30 Ιουνίου ήταν η πρώτη γιορτή, στις 20 Ιουλίου του Προφήτη Ηλία το δεύτερο γλέντι, της Αγίας Παρασκευής το τρίτο γλέντι και στις 15 Αυγούστου την ημέρα της Κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου, της Παναγίας. Αυτό ήταν και το μεγαλύτερο γλέντι, γιατί όπως ξέρουμε νήστευαν δεκαπέντε μέρες με ψωμί και πιπέρι. Επόμενο ήταν να τραγουδήσουν και να χορέψουν τα σαρακατσανάκια, ειδικά αφού έτρωγαν το πολυπόθητο μπατζοτύρι. Αυτό ήταν και το νοστιμότερο αφού τηγανιζόταν με γνήσιο βούτυρο.
Στη νηστεία είχαν και λίγα χορταρικά του βουνού : τσουκνίδια και νάνες. Τα τσουκνίδια είναι γνωστά σε όλους, οι δε νάνες είναι ένα είδος άγριων σπανακιών.
Οι σαρακατσιαναίοι όταν έβγαιναν στα βουνά, πρώτα επιδιόρθωναν τα καλύβια -αν ήταν χαλασμένα- και όποιο ήταν τελείως πεσμένο από τα χιόνια του χειμώνα το έκαναν από την αρχή.
Πήγαιναν στο δάσος (ρμάνι), έκοβαν τα λούρα (τις βέργες), τα έστηναν στη γη, τα λυγούσαν στην κορυφή και τα έδεναν κι έτσι σχηματίζονταν η καλύβα. Αφού τα σκέπαζαν με σικαλές, εύκιαναν ξύλινο σταυρό και τον έστηναν στην κατσούλα (κορυφή) της καλύβας για να δείχνουν ότι κατοικούν χριστιανοί.
Μετά το τέλος όλων των καλυβιών τους, εύκιαναν το δασκαλοκάλυβο. Σ' ένα τέτοιο καλύβι έμαθα κι εγώ γράμματα.
Τα παιδιά κάθονταν σε ξύλινα θρανία βέβαια, τα οποία τα έκαναν οι πατεράδες τους από οξιές πελεκητές.
Οι δάσκαλοι των σαρακατσαναίων ήταν ως επί το πλείστον παιδιά του Γυμνασίου, από τα κοντινότερα χωριά του κάθε βουνού. Πολύ σπάνια υπήρχε από κανένας πτυχιούχος δάσκαλος.
Η πληρωμή τους για τρεις μήνες, πρέπει να ήταν γύρω στις τρεις χιλιάδες δραχμές, ξέχωρα το φαΐ. Το δάσκαλο τον τάιζαν τα παιδιά με τη σειρά, σήμερα ένας- αύριο άλλος, από μία μέρα κάθε παιδί.
Ας πούμε όμως λίγα λόγια και για τις γυναίκες, που δεν είχαν ξεκούραση ούτε χειμώνα ούτε καλοκαίρι.
Το χειμώνα είχαν το ξεγέννημα των προβάτων, δηλαδή κουβαλούσαν τα αρνάκια της ημέρας ζωμένες την ταλαγανίσια* κάπα τους στο γεννολίβαδο.
*Ταλαγανίσια ήταν η κάπα η σκέτη από μαλλί προβάτου, δεν είχε γίδινη τρίχα.
Το καλοκαίρι, μόλις έβγαιναν στα βουνά και τελείωναν τα καλύβια, άρχιζαν το ξενύχτι για το γνέσιμο των μαλλιών, αφού τα ξέπλεναν στα κρυστάλλινα νερά του βουνού.
Οι σαρακατσαναίοι, όπως είναι γνωστό ζούσανε με τα μάλλινα ρούχα.
Μετά το γνέσιμο, δεν αργούσε να έρθει το ύφαμα που ήταν και το δυσκολότερο απ' όλα, γιατί ήθελε μπράτσα.
Οι σαρακατσιάνες ύφαιναν με πολύ πρόχειρα κατασκευασμένο αργαλειό : έκοβαν διχαλωτές οξές που τις έλεγαν φούρκες - οι μπροστινές ήταν κοντές και οι πισινές πιο ψηλές- έβαζαν το αντί στις φούρκες και ήταν έτοιμος ο αργαλειός.
Αφού σάπιζε την πρώτη χρονιά, γιατί ήταν μπημένος στο χώμα την άλλη χρονιά έκαναν άλλον καινούργιο.
Το μαλλί οι γυναίκες το έγνεθαν με τις ρόκες, οι οποίες ήταν κι αυτές ξύλινες - από ξύλο κρανιάς- και όχι όπως τα σημερινά εργαλεία. Ηταν ένα βλαστάρι κρανιάς με τρία κλωνάρια, όπου σούβλαγαν στην κορυφή της την τλούπα (έτσι έλεγαν το μαλλί).
Αφού έγνεθαν και γέμιζε το αδράχτι, το έδωναν στο νοικοκύρη για να μάσει τα μασούρια. Τα μασούρια είναι το γνέμα που βάζουνε στη σαΐτα για να υφάνουν τα σκουτιά (ρούχα) : «δώσμου τα σκτιά μ' ν' αλλάξω», έλεγαν οι παλιοί.
Τα τελευταία χρόνια -που πρόλαβα κι εγώ και κατασκεύασα μάλιστα και τέτοια ρόκα- έφκιαναν ρόκες από κέρατα κριαριού και τα σφοντύλια ήταν από ξύλο πιξάρι κίτρινο.
Ο νοικοκύρης που αναφέραμε πιο πάνω κατά τη σαρακατσιάνικη διάλεκτο, είναι ο σύζυγος - ο άντρας της σαρακατσάνας. Όπως θα έχετε ακούσει ποτέ δεν αναφέρονταν στον άντρα τους με το όνομα του, τον έλεγαν νοικοκύρη και αυτός τη γυναίκα του νοικοκυρά. Το είχαν σαν «αντροπή» να φωνάξουν ο ένας τον άλλον με το όνομα του. Επίσης και η γυναίκα του αδερφού σου δεν σε αποκαλούσε ποτέ με το όνομα σου, είτε μεγαλύτερος είτε μικρότερος ήσουνα από τον άντρα της σε φώναζε «αφέντ'» και την αδελφή του αντρός της την αποκαλούσε «κυρά».


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ
Οι σαρακατσαναίοι της Μακεδονίας ξεχείμαζαν άλλοι κάτω από την Εδεσσα : Γιαννιτσά, Κιλκίς, Θεσσαλονίκη, Λαγκαδάς, Σέρρες, Δράμα, Χαλκιδική και έως το Αγιο Ορος όπου πήγαιναν μόνο τα κριάρια, γιατί εκεί δεν επιτρέπονταν τα θηλυκά.
Ο χειμώνας εκείνα τα χρόνια ήταν πολύ δύσκολος. Δεν είχαν όπως τώρα κτιστά μαντριά, αλλά τα κοίμιζαν έξω τα κοπάδια. Τα μαντριά ήταν οχυρένια και όρθια χωρίς σκεπή. Μόνο για το τσομπάνο είχαν μια μικρή καλύβα που κοσκίνιζε τον αέρα και στα μαντριά στα πλαϊνά σικαλιές, άλλα πόσο κρατούσαν τον αέρα τα πρόβατα το ήξεραν.
Με τι λαχτάρα περίμεναν την άνοιξη οι τσομπάνηδες, για να χορτάσουν τα «πρότα» χορτάρ' και να ζεσταθούν κι ίδιοι από τις φουρτούνες του χειμώνα, τον οποίο τον περνούσαν ως επί το πλείστον στους δρόμους.
Την ημέρα του Αγίου Γεωργίου ξεκινούσαν τα καραβάνια και τα κοπάδια. Αφού πρώτα άλλαζαν οι τσομπάνηδες κι έβαζαν τα καλύτερα ρούχα που τα ονόμαζαν στρατιάτικα. Εκεί θα φαινόταν ποια ήταν καλύτερη νοικοκυρά, ποια θα είχε καλύτερα αλλαγμένον τον άντρα και τα παιδιά της.
Όπως καταλαβαίνετε τα ρούχα ήταν όλα υφαντά, ακόμη και τα εσώρουχα. Το πανί το ύφαιναν στον πρόχειρο αργαλειό και το έραβαν μόνες τους οι ίδιες οι νοικοκυρές. Ακόμη και τα πάνινα δηλαδή, τα εσώρουχα και τα πουκάμισα, τα έραβαν οι νοικοκυρές. Τα τελευταία χρόνια που θυμήθηκα εγώ, είχαν αρχίσει να ράβουν στους ραφτάδες.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΔΕΚΑΤΟ
Οι παλιοί σαρακατσιάνοι ήταν πολύ θρησκευτικοί - δε χαλούσαν καμία σαρακοστή- πιάσε από το σαραντάμερο, τη μεγάλη σαρακοστή, τον Αγιο Απόστολο, τον Δεκαπενταύγουστο, την Τετάρτη και την Παρασκευή.
Ολες αυτές τις νηστείες τις περνούσαν με τις ελιές -όταν υπήρχαν- γιατί ήταν χρονιές που ήταν λιγοστές και τότε είχαν το πιπεράλατο, το οποίο ήταν και το οικονομικότερο όλων. Για να κάνουν αυτό το πολύτιμο φαΐ, τρίβανε το αλάτι στο γουδί, τηγανίζανε το αλεύρι με λάδι γνήσιο -δηλαδή λιόλαδο, βάζανε και λίγο σουσάμι (αν υπήρχε) και ήταν έτοιμο και πολύ νόστιμο. Αυτά τα «φαϊά» ήταν περισσότερο των τσομπάνηδων. Στα κονάκια περνούσαν κάπως καλύτερα : είχαν τα μαυροφάσουλα, τις φακές, τα ροβύθια, τα κουκιά, τα μπιζέλια -λιγοστά βέβαια- αλλά είχαν και την παπάρα και τα νιαρστά.
Για τα νιαρστά βρέχανε στο ταψί το αλεύρι με λίγο νερό ώστε να γίνει σαν το κουσκούσι, το βράζανε με λαδάκι και έτοιμο το φαΐ.
Για την παπάρα τηγανίζανε κρομμύδι με κόκκινο πιπέρι σε αρκετό λάδι, έβραζαν και νερό και όταν ήταν έτοιμο έκοβαν φέτες το ψωμί το έριχναν μέσα ώστε να φουσκώσει και έτοιμη η παπάρα.
Το καλύτερο όμως φαγητό ήταν ο μπλανός, ο οποίος γινόταν από αλεύρι καλαμποκίσιο. Μάζωναν οι σαρακατσιάνοι άγρια χόρτα που τα λέγανε λάχανα, τσουκνίδια, νάνες, λάπατα, παπαρούνες και ό,τι άλλο χόρτο τρώγεται. Βάζανε ένα φύλλο από κάτω ένα φύλλο από πάνω στο ταψί και ανάμεσα τα χόρτα και τέλος από πάνω το γάστρο και έτοιμο το φαγητό.
Απ' όλα τα παραπάνω φαγητά δεν στέλνανε τίποτα στους τσομπάνηδες που βοσκούσαν τα στέρφα, γιατί ήταν μακριά από τα κονάκια. Εκείνοι που ήταν στα γαλάρια τρώγανε το βράδυ - την ημέρα ξεμακραίνανε και τρώγανε κι αυτοί τις ελιές ή το πιπεράλατο.
Το μόνο φαγητό που μπορούσαν να στείλουν από τα κονάκια ήταν τα άσπρα φασόλια. Τα ξεροτηγάνιζαν οι νοικοκυρές χωρίς ζωμό, τα βάζανε στο κλειδοπίνακο και τα στέλνανε όσο μακριά και αν ήταν τα κοπάδια.
Αυτά αφορούσαν τη νηστεία. Τις αρτίσιμες ημέρες τις περνούσαν πολύ καλύτερα και οι νοικοκύρηδες και οι τσομπάνηδες. Στα κονάκια είχαν τα τομάρια με το τυρί, το βούτυρο και τι λίγδα (μιλάμε βέβαια για το χειμώνα). Οσο μακριά και αν ήταν τα κοπάδια είχαν το τυρί μπόλικο, τον παστό από το γουρούνι και οι πίτες πήγαιναν κάθε δύο ή τρεις μέρες.
Το καλοκαίρι αφού έβγαιναν στα βουνά με τα κοπάδια τους, τα σμίγανε όλα μαζί κάνοντας τρία κοπάδια γαλάρια και τρία στέρφα. Όταν ήταν μεγαλύτερο το τσελιγκάτο και είχε περισσότερα πρόβατα, μπορεί να γινόταν περισσότερα ή και λιγότερα κοπάδια, ανάλογα το φαλκάρι.
Εκείνοι που έπαιρναν τα στέρφα λεγόταν στερφαρέοι και εκείνοι που έπαιρναν τα γαλάρια γαλαριαλέοι. Οι γαλαριαλέοι ήταν πρωί - βράδυ κοντά στα κονάκια, γιατί εκεί ήταν και η στρούγκα και περνούσαν καλύτερα από τους στερφαρέους στο φαΐ. Για τους στερφαρέους όμως, επειδή ήταν μακριά από τα κονάκια και για να τρώνε γάλα, έδιναν δύο γίδες γαλάρες που τις λέγανε μαλτζάρες. Οι γίδες αυτές ήταν τόσο γαλακτερές, που περίσσευε το γάλα και το βάζανε στο τουλούμι που το λέγανε γαλοδέρματο. Το γάλα αυτό ξύνιζε και γινόταν τόσο ορεκτικό που ζήλευε ο καθένας να φάει, γιατί ήταν ξινό και παχύ. Πολλές φορές έβγαζε και βούτυρο που το τηγάνιζαν οι τσομπάνηδες στην καραβάνα (έτσι λεγόταν το δοχείο όπου έβραζαν το φρέσκο γάλα).
Οι στερφαρέοι όταν έπεφτε κανένα πρόβατο ή το σκότωναν τα κριάρια, το γδέρνανε. Το κρέας ήταν του αφέντη, ενώ το κεφάλι και τα εντόσθια (κοκορέτσι δηλαδή) των τσομπάνηδων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΩΔΕΚΑΤΟ
Τα γραφόμενά μου για τη ζωή των σαρακατσαναίων είναι από αυτά που θυμάμαι από τους παππούδες και τους γονείς μου.
Εγώ άρχισα να θυμάμαι από τεσσάρων ετών. Από τις πρώτες μνήμες μου είναι η βρύση που έπαιρναν νερό οι γυναίκες στα βουνά και πως φόρτωναν τις βαλέρες στην πλάτη με την τριχιά.
Η βαλέρα ήταν ένα ξύλινο δοχείο με το οποίο μετέφεραν οι γυναίκες το νερό από τη βρύση στην καλύβα ή στην τσιατούρα και η τριχιά ήταν ένα μάλλινο σχοινί μήκους δύο μέτρων περίπου για να μπορεί η γυναίκα να φορτωθεί τη βαλέρα στην πλάτη.
Εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχαν οι πολυτέλειες που έχουμε σήμερα (τα ποτήρια, οι κανάτες). Ετσι οι σαρακατσιάνοι έπιναν νερό με ένα είδος κανάτας χάλκινο, το τσκάλ'. Ο χαλκός του ήταν πάντα γανομένος, γιατί όπως καταλαβαίνετε αυτό το μέταλλο είναι βλαβερό και όταν παραμείνει το νερό στο τσουκάλι για αρκετή ώρα χαλκίζει-πικρίζει.
Οι σαρακατσαναίοι είχαν πολλές καλές συνήθειες, ωστόσο όμως είχαν και κάποιες κακές: Ποτέ οι άνδρες δεν έφερναν ξύλα στα κονάκια ούτε στην πλάτη, αλλά ούτε και με τα ζώα, δηλαδή με τα γαϊδούρια και με τα άλογα. Τα μουλάρια οι σαρακατσιαναίοι δεν τα πολυσυνήθιζαν .
Το πρώτο συνήθειο ήταν αυτό —το κουβάλημα των ξύλων και του νερού-,
το δεύτερο και χειρότερο ήταν ότι οι άνδρες
πήγαιναν πάντα καβάλα στα άλογα, ενώ οι γυναίκες πεζές (στα καραβάνια κάθε άνοιξη και φθινόπωρο).
Τα τελευταία χρόνια, πριν το 1940 -δηλαδή πριν τον ελληνοϊταλικό πόλεμο- επειδή είχαν στενέψει τα χειμαδιά δεν μπορούσαν να έχουν πολλά άλογα. Ετσι κράτησε ο καθένας από δύο έως τέσσερα για το παζάρι, για να μπορούν να κουβαλούν τα τρόφιμα, το αλεύρι και το αλάτι που χρειαζόταν περισσότερο από κάθε άλλο (έτρωγαν τα πρόβατα πολύ, γιατί το χορτάρι στα βουνά ήταν πιο άγριο).
Τα κονάκια, δηλαδή τα ρούχα και οι άνθρωποι, εκείνη την εποχή μεταφέρονταν με αυτοκίνητα που νοίκιαζε η κάθε οικογένεια.
Πολλές φορές φορτώνανε στο τρένο και τα πρόβατα -τα γαλάρια- για να μη χάσουν το γάλα από την ταλαιπωρία του δρόμου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΤΡΙΤΟ

Στο κεφάλαιο αυτό θα μιλήσουμε για την προέλευση της ονομασίας των σαρακατσαναίων.
Από τις διηγήσεις παππούδων και προπαππούδων, οι εκδοχές είναι πολλές από τις οποίες όμως οι επικρατέστερες είναι δύο.
Η πρώτη εκδοχή είναι ότι έχουν καταγωγή από την Ηπειρο (η χρήση της αρχαίας ελληνικής δείχνει κοινή καταγωγή με Ηπειρώτες και παλαιολελλαδίτες), όπου ζούσαν ως μεγαλοκτηνοτρόφοι.
Στα χρόνια του Αλή Πασά —κατά το έτος 1808- είναι γνωστό ότι κυνηγήθηκαν όλοι οι μεγαλοκτηνοτρόφοι και διασκορπίστηκαν όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε όλη την Ευρώπη με μαύρη στολή και μαύρα πρόβατα ή γίδια.
Μία βάσιμη αιτιολογία για το ότι κυνηγήθηκαν περισσότερο από όλους οι σαρακατσαναίοι, είναι το ότι λόγω του μεγάλου ήθους τους (αποτελούσαν την πιο ηθική φυλή της εποχής εκείνης), πρόβαλαν τις μεγαλύτερες αντιστάσεις στο να δώσουν κοπέλες για τα χαρέμια των Τούρκων, οι οποίοι απαιτούσαν γυναίκες για τα χαρέμια τους απ' όλους.
Αυτό ανάγκασε τους μεγαλοκτηνοτρόφους να φύγουν από τα μέρη τους και να διασκορπιστούν σ' ολόκληρη την Ευρώπη, κυρίως όμως σε ελληνικά εδάφη.
Μετά τον πόλεμο του 1922 που τα πράγματα άλλαξαν πολύ και άρχισαννα έρχονται πρόσφυγες από διάφορα μέρη της Τουρκίας και ναστενεύουν οι βοσκές για τα κοπάδια τους, αναγκάστηκαν σιγά σιγά νααγοράσουν κτήματα από τους Τούρκους κυρίως, που ήταν οι
περισσότεροι μπέηδες (δηλαδή μεγαλοκτηματίες).
Η δεύτερη εκδοχή η οποία είναι και η πιθανότερη, είναι ότι οισαρακατσαναίοι ζούσαν πάντα σε τσελιγκάτα (νομάδες δηλαδή), το χειμώνα στους κάμπους και το καλοκαίρι στα βουνά, ακόμη και κατά τη διάρκεια των τετρακοσίων χρόνων σκλαβιάς της Ελλάδος από τους Τούρκους. Δεν επιστρατεύονταν, ούτε και είχαν μόνιμη κατοικία, αλλού νύχτωναν και αλλού ξημέρωναν. Γι' αυτό και οι Τούρκοι τους ονόμαζαν «καρακατσιάνους».Οι Τούρκοι το μαύρο το λένε «καρά» και το φυγάς «κατσιάκ». Δηλαδή το καρακατσιάνος σημαίνει μαύρος φυγάς στα ελληνικά. Αυτή την αιτιολογία την έχω ακούσει και από τον παππού μου Ανάσταση Κυριάκο (ή Τακούλα). Αυτός ο παππούς ήξερε την τούρκικη γλώσσα καλύτερα και από τους ίδιους τους Τούρκους, γιατί η καταγωγή του ήταν από την Καλλίπολη της Τουρκίας, δίπλα στα Δαρδανέλλια που ενώνουν τις δύο θάλασσσες.

Ακόμη και τώρα σε πολλά μέρη της Μακεδονίας τους σαρακατσαναίους τους φωνάζουν καρακατσιάνους.

Δεν υπάρχουν σχόλια: